όρος
ουσιαστικό1. Σημαντική τοπική ανύψωση της γήινης επιφάνειας με κορυφή και πλαγιές, που ξεχωρίζει από το γύρω έδαφος.
2. Προσδιορισμένη λέξη ή φράση που δηλώνει συγκεκριμένη έννοια, ιδιότητα ή αντικείμενο σε επιστήμη, τέχνη ή καθημερινή χρήση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο όρος Όλυμπος είναι ο ψηλότερος της Ελλάδας.
- Ο όρος «δημοκρατία» έχει πολλές ερμηνείες.
- Ο όρος στο συμβόλαιο προβλέπει αποζημίωση σε περίπτωση ακύρωσης.
- Κάθε προσθετέος είναι ένας όρος της αλγεβρικής παράστασης.
- Αποδέχτηκαν τη συμφωνία με έναν σκληρό όρο.