ψυχαγωγία

ουσιαστικό

1. Δραστηριότητα ή σύνολο δραστηριοτήτων που αποσκοπούν στην ψυχική ανάπαυση, στη διασκέδαση και στην ευχαρίστηση, προσφέροντας απόσπαση από τις καθημερινές έγνοιες.

2. Μέσο ή προϊόν που παρέχει τέτοια εμπειρία και στοχεύει στην ψυχαγωγία του κοινού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ψυχαγωγία είναι σημαντική για την ψυχική υγεία.
  • Μετά τη δουλειά θέλω λίγη ψυχαγωγία για να χαλαρώσω.
  • Οι εκπομπές έχουν στόχο την ψυχαγωγία του κοινού.
  • Το θέατρο προσφέρει ψυχαγωγία υψηλού επιπέδου.
  • Το πάρκο διαθέτει δραστηριότητες για την ψυχαγωγία όλης της οικογένειας.