χωριό

ουσιαστικό

1. Μικρή οικιστική κοινότητα σε αγροτική ή λιγότερο πυκνοκατοικημένη περιοχή, με κατοικίες και βασικές τοπικές υποδομές και υπηρεσίες.

Συνώνυμα

κώμη οικισμός κοινότητα κωμόπολη μαχαλάς συνοικισμός αγροχώρι εξοχή παλιοχώρι βλαχοχώρι χωριτσάκι επαρχία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το χωριό μας είναι ήσυχο και έχει πολλά πλατάνια.
  • Πηγαίνω στο χωριό κάθε καλοκαίρι για να δω τους παππούδες.
  • Άφησε το χωριό για να σπουδάσει στην πόλη.
  • Όλο το χωριό συνέβαλε στην ανοικοδόμηση της πλατείας μετά την καταιγίδα.
  • Κάθε χωριό έχει τις δικές του παραδόσεις και ήθη.