πρωτεύουσα

ουσιαστικό

1. Πόλη που λειτουργεί ως επίσημη έδρα της κεντρικής κυβέρνησης ενός κράτους ή της διοίκησης μιας διοικητικής περιφέρειας, όπου βρίσκονται τα κύρια πολιτικά και διοικητικά όργανα και υπηρεσίες.

Συνώνυμα

κύρια κυριότερη μητρόπολη έδρα βασική πρωταρχική πρώτιστη σπουδαιότερη κεντρική πόλη

Αντώνυμα

επαρχία χωριό δευτερεύουσα δευτερεύων υπαίθρος κωμόπολη περιφερειακή ασήμαντη κομητεία προάστιο παρακλάδι

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πρωτεύουσα της χώρας είναι γεμάτη ιστορικά μνημεία.
  • Μετακόμισαν από την πρωτεύουσα στην επαρχία.
  • Η ασφάλεια έχει πρωτεύουσα σημασία για τους πολίτες.
  • Η εκπαίδευση αποτέλεσε πρωτεύουσα προτεραιότητα της κυβέρνησης.
  • Στις διπλωματικές επαφές, η πρωτεύουσα έστειλε αντιπροσωπεία.
  • Για εκείνον, η ειλικρίνεια ήταν πρωτεύουσα αξία.