χυδαιότητα

ουσιαστικό

1. Συμπεριφορά, λόγος ή πράξη που χαρακτηρίζεται από τραχύτητα, αγένεια ή έλλειψη ευπρέπειας και σεβασμού προς τους κοινωνικούς κανόνες, προσβάλλοντας την αισθητική ή τα ήθη.

Συνώνυμα

αισχρότητα ασεμνότητα βωμολοχία αθυροστομία ασχήμια χοντροκοπιά καφρίλα ξετσιπωσιά αναισχυντία απρέπεια αγένεια υβρισμός αλητεία ασέλγεια ωμότητα προκλητικότητα βαρβαρότητα βαναυσότητα βρισιά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η χυδαιότητα των λόγων του με σόκαρε.
  • Δεν ανέχομαι την χυδαιότητα στη συμπεριφορά τους.
  • Η χυδαιότητα της διαφήμισης ξεπέρασε κάθε όριο.
  • Η χυδαιότητα της παράστασης απογοήτευσε το κοινό.
  • Αντί για διάλογο, επικράτησε η χυδαιότητα.