χτυπάω

ρήμα

1. Ασκώ δύναμη με απότομο ή επαναληπτικό χτύπημα πάνω σε κάτι ή κάποιον, προκαλώντας θόρυβο, κίνηση ή ζημιά.

2. Προκαλώ κρούσεις σε πόρτα, παράθυρο ή άλλη επιφάνεια για να τραβήξω την προσοχή ή να ζητήσω είσοδο.

Συνώνυμα

κτυπάω χτυπώ βαράω κουδουνίζω δέρνω κοπανώ κοπανάω σφυροκοπώ ραπίζω χαστουκίζω σφαλιάζω γρονθοκοπώ ροπαλίζω κουδουνάω ανακατεύω κακομεταχειρίζομαι ταρακουνώ σπάζω σκοράρω πληγώνω πυροβολώ καταστέλλω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί χτυπάω το ξυπνητήρι στις επτά.
  • Προτού μπω, πάντα χτυπάω την πόρτα του σπιτιού.
  • Όταν θυμώνω με κάποιον, μερικές φορές χτυπάω το τραπέζι.
  • Στην μπάντα του σχολείου χτυπάω τα τύμπανα.
  • Στην προπόνηση συχνά χτυπάω το γόνατό μου στον πάγκο.