χρήμα
ουσιαστικό1. Μέσο ανταλλαγής και πληρωμής για την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών, υπό τις μορφές νομισματικών μονάδων, χαρτονομισμάτων, νομισμάτων ή ηλεκτρονικών πιστώσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το χρήμα είναι απαραίτητο για να αγοράσουμε τρόφιμα.
- Έβαλε λίγο χρήμα στην επιχείρηση για να την επεκτείνει.
- Δεν έχω χρήμα πάνω μου — μπορείς να πληρώσεις εσύ;
- Το χρήμα πολλές φορές επηρεάζει τις αποφάσεις των ανθρώπων.
- Έλαβε αρκετό χρήμα για τη δουλειά που έκανε.