φταίω

ρήμα

Να αποδίδεται σε κάποιο πρόσωπο ή παράγοντα η αιτία ή η ευθύνη για ένα λάθος, σφάλμα ή ανεπιθύμητο αποτέλεσμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ φταίω που αργήσαμε.
  • Δεν φταίω για το σπασμένο ποτήρι, το έριξε ο μικρός.
  • Μήπως φταίω εγώ και πρέπει να ζητήσω συγγνώμη;
  • Αν φταίω, θα αναλάβω τις ευθύνες μου.
  • Μην πεις ότι φταίω όταν δεν ξέρεις όλη την αλήθεια.