φλογερός
επίθετο1. Που καίγεται ή εκπέμπει φλόγα, που βρίσκεται σε κατάσταση καύσης.
2. Που εκδηλώνει έντονο συναίσθημα, ζήλο ή πάθος, θερμός και έντονα συναισθηματικός.
3. Που έχει έντονο, λαμπερό χρώμα ή ζωηρή εμφάνιση, όμοια με την φωτεινότητα της φλόγας.
Συνώνυμα
πύρινος παθιασμένος παθιαστικός ένθερμος θερμός φλογισμένος πυρωμένος πυρακτωμένος καυτός φανατικός ενθουσιώδης εκρηκτικός θερμόαιμος πυρετώδης έντονος σφοδρός καυλωμένος ορμητικός ζεστός κόκκινος ερωτικός διαχυτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φούρνος ήταν φλογερός και το ψωμί ψήθηκε πολύ γρήγορα.
- Ήταν ένας φλογερός οπαδός της ομάδας του και δεν έχανε ποτέ παιχνίδι.
- Η φλογερή ομιλία της συγκίνησε τους παρευρισκόμενους.
- Με ένα φλογερό βλέμμα τον προκάλεσε να συνεχίσει.
- Οι φλογερές ανταύγειες του ηλιοβασιλέματος φώτισαν τον ορίζοντα.