φανερότητα
ουσιαστικόΙδιότητα ή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την ικανότητα ενός πράγματος, γεγονότος ή ιδέας να γίνεται άμεσα αντιληπτό και κατανοητό από τις αισθήσεις ή τη σκέψη.
Συνώνυμα
διαφάνεια φανειότητα εμφανεια σαφήνεια διαύγεια ορατότητα ανοιχτότητα ευκρίνεια δημοσιότητα καθαρότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φανερότητα των νερών του λιμανιού επιτρέπει να φαίνονται τα ψάρια.
- Η φανερότητα των λαθών στην έκθεση ήταν αδιαμφισβήτητη.
- Απαιτούμε φανερότητα στη διαχείριση των δημόσιων κονδυλίων.
- Η φανερότητα των συναισθημάτων της συγκίνησε όλους.
- Η συνεδρία διεξήχθη με φανερότητα και πλήρη ενημέρωση των πολιτών.