φέρομαι
ρήμα1. Συμπεριφέρομαι ή παρουσιάζομαι με συγκεκριμένο τρόπο στις ενέργειες, τις αντιδράσεις ή τη στάση μου.
2. Μεταφέρομαι ή φέρομαι από κάποιον ή κάτι, δηλαδή βρίσκομαι υπό μετακίνηση ή μεταφορά από τόπο σε τόπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συνέντευξη φέρομαι ευγενικά και επαγγελματικά.
- Στη δουλειά φέρομαι με σεβασμό από τους συναδέλφους μου.
- Μετά το ατύχημα, φέρομαι τραυματισμένος και χρειάζομαι ιατρική φροντίδα.
- Στο άρθρο της εφημερίδας φέρομαι ως ειδικός στον τομέα.
- Στο ταξίδι φέρομαι μέσα σε ειδική θήκη για ασφάλεια.
- Στις δημόσιες ομιλίες φέρομαι συχνά ως εκπρόσωπος της ομάδας.