υπόκειμαι
ρήμα1. Βρίσκομαι υπό την εξουσία, τον έλεγχο ή την επιρροή κάποιου προσώπου, φορέα ή θεσμού.
2. Υποβάλλομαι στην εφαρμογή, την επιβολή ή τις συνέπειες κανόνων, νόμων, αποφάσεων ή διοικητικών διαδικασιών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ υπόκειμαι στη νομοθεσία της χώρας όπου διαμένω.
- Ως υπάλληλος, υπόκειμαι στις οδηγίες του προϊσταμένου μου.
- Στο πλαίσιο του διαγωνισμού, υπόκειμαι σε έλεγχο των δικαιολογητικών μου.
- Συχνά υπόκειμαι σε κριτική για τις αποφάσεις μου.
- Με την εγγραφή, υπόκειμαι στους όρους χρήσης της πλατφόρμας.