υποκρισία
ουσιαστικόΣτάση ή συμπεριφορά κατά την οποία κάποιος εμφανίζει δημόσια ηθικές αρχές, πεποιθήσεις ή συναισθήματα που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές του πράξεις ή προθέσεις, δημιουργώντας ασυνέπεια ανάμεσα στον λόγο και τη συμπεριφορά.
Συνώνυμα
υποκριτισμός υποκριτικότητα φαρισαϊσμός διπροσωπία ψευτιά διγλωσσία υποκριτική ψευτοηθική ανεντιμότητα θεατρινισμός παραπλάνηση απάτη πλαστότητα μάσκα πανουργία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η υποκρισία του δεν πέρασε απαρατήρητη.
- Δεν αντέχει την υποκρισία στους πολιτικούς λόγους.
- Η υποκρισία πληγώνει περισσότερο όταν προέρχεται από κοντινά πρόσωπα.
- Κατήγγειλε την κοινωνική υποκρισία που κρύβεται πίσω από τα χαμόγελα.
- Δεν θέλω άλλες δικαιολογίες και υποκρισία.
- Η στάση του φάνηκε γεμάτη υποκρισία.