υπακοή
ουσιαστικό1. Συμπεριφορά ή πράξη κατά την οποία ένα άτομο, ομάδα ή ζώο συμμορφώνεται και εκτελεί εντολές, οδηγίες ή κανόνες που επιβάλλονται από πρόσωπο, θεσμό ή νόρμα.
Συνώνυμα
υποταγή πειθαρχία συμμόρφωση υποτακτικότητα τήρηση πειθαρχικότητα σεβασμός ταπεινότητα υποτέλεια υποχωρητικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η υπακοή των παιδιών στο σχολείο βοηθά τη μάθηση.
- Την υπακοή στον προπονητή απαιτούν οι κανόνες της ομάδας.
- Για πολλούς, η υπακοή στη θρησκεία αποτελεί έκφραση πίστης.
- Ο σκύλος έδειξε υπακοή στην εντολή του ιδιοκτήτη.
- Η τυφλή υπακοή χωρίς κριτική σκέψη μπορεί να προκαλέσει προβλήματα.