υβρίζω
ρήμα1. Λέω ή εκφράζω λόγια προσβλητικά και μειωτικά προς κάποιον, με σκοπό να τον προσβάλω ή να τον εξευτελίσω.
2. Στοχεύω με πράξεις ή συμπεριφορά να προσβάλω την τιμή, την αξιοπρέπεια ή το κύρος κάποιου.
Συνώνυμα
βρίζω κακολογώ λοιδορώ κατακρίνω καταριέμαι ταπεινώνω χλευάζω εξουθενώνω προσβάλλω μειώνω κοροϊδεύω προπηλακίζω πληγώνω καταφρονώ περιφρονώ γελοιοποιώ εμπαίζω εξευτελίζω ξεφτιλίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν θα υβρίζω τους άλλους, ακόμα κι αν διαφωνώ μαζί τους.
- Ο μαθητής ύβρισε τον καθηγητή του μπροστά σε όλη την τάξη.
- Μην υβρίζετε τους γείτονες όταν είστε θυμωμένοι.
- Θεωρήθηκε ότι με τα λόγια του υβρίζει τη μνήμη των νεκρών.
- Στην τραγωδία, ο ήρωας υβρίζει τους θεούς και τιμωρείται.
- Δεν πρέπει να υβρίζουμε κανέναν, ούτε με λόγια ούτε με πράξεις.