τότε

επίρρημα

1. Χρονικά, σε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή ή κατά τον αντίστοιχο χρόνο, είτε στο παρελθόν είτε στο μέλλον.

2. Λογικά ή αποφαντικά, για να δηλώσει αποτέλεσμα, συνέπεια ή συμπέρασμα που προκύπτει από προηγούμενη κατάσταση ή πρόταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ήταν φοιτητής τότε.
  • τότε πήγαμε στο μουσείο.
  • Αν δεν έχεις χρήματα, τότε μην ψωνίζεις.
  • Μας τηλεφώνησε εκείνο το βράδυ και τότε κατάλαβα τι είχε συμβεί.
  • Το εργοστάσιο έκλεισε και τότε πολλοί έχασαν τη δουλειά τους.