άρα
επίρρημα1. Δείχνει συμπέρασμα ή συνέπεια που εξάγεται από προηγούμενες πληροφορίες ή συλλογισμό.
2. Χρησιμοποιείται σε ερωτήσεις ή ρητορικές τοποθετήσεις για να εκφράσει απορία, αμφιβολία ή απαίτηση επιβεβαίωσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν βρήκαμε εισιτήρια, άρα θα πάμε άλλη μέρα.
- Άρα, αν κατάλαβα σωστά, θέλεις να αλλάξουμε το πλάνο.
- Μου είπε ότι έχει ήδη τελειώσει τη δουλειά, άρα δεν χρειάζεται να την ελέγξω.
- Είπες ότι δεν θα έρθεις, άρα τι θα κάνουμε με το τραπέζι;
- Ο λογαριασμός δεν ταιριάζει, άρα υπάρχει κάποιο λάθος.