συνεπώς
επίρρημα1. Δείχνει ότι ό,τι αναφέρεται στη συνέχεια προκύπτει ως αποτέλεσμα ή συνέπεια των προηγουμένων.
2. Εισάγει συμπέρασμα ή τελική κρίση σε συλλογισμούς, επιχειρήματα ή εκθέσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβρεχε όλη μέρα, συνεπώς η εκδρομή ακυρώθηκε.
- Το κόστος παραγωγής αυξήθηκε, συνεπώς τα κέρδη θα μειωθούν.
- Τα δεδομένα είναι ανακριβή και συνεπώς δεν μπορούμε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα.
- Δεν απάντησε στα μηνύματα, συνεπώς δεν ήρθε.
- Οι δοκιμές απέτυχαν, συνεπώς η παραγωγή διακόπτεται.
- Η αίτηση δεν πληροί τα κριτήρια, συνεπώς απορρίφθηκε.