οπότε

επίρρημα

1. Εισάγει συμπέρασμα ή αποτέλεσμα που προκύπτει από τα προαναφερθέντα γεγονότα ή προτάσεις.

2. Δηλώνει χρονική αλληλουχία, υποδηλώνοντας ότι κάτι συμβαίνει αμέσως μετά ή στη συνέχεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ήταν κουρασμένος, οπότε αποφάσισε να κοιμηθεί νωρίς.
  • Ο ήλιος ανέτειλε, οπότε ξεκίνησε η πεζοπορία.
  • Δεν απάντησε στα μηνύματά μου όλη μέρα, οπότε υποθέτω ότι κάτι συνέβη.
  • Δεν έχουμε αρκετό γάλα στο ψυγείο, οπότε θα περάσω από το σούπερ μάρκετ.
  • Η μηχανή έσβησε ξαφνικά στην εθνική, οπότε αναγκαστήκαμε να καλέσουμε ρυμούλκα.