αντίθετα
επίρρημα1. Με τρόπο που εκφράζει αντίθεση σε σχέση με προηγούμενη δήλωση, θέση ή ιδέα, για να παρουσιάσει διαφοροποίηση ή διάψευση.
2. Με τρόπο αντίστροφο ως προς μια κίνηση, κατεύθυνση ή ροή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν ήταν απογοητευμένος· Αντίθετα, φαινόταν ενθουσιασμένος.
- Αντίθετα με όσα έλεγαν οι ειδικοί, το πρόβλημα επιδεινώθηκε.
- Σκέφτηκε να φύγει, αλλά αντίθετα αποφάσισε να μείνει και να βοηθήσει.
- Τα αποτελέσματα ήταν αντίθετα από τις προσδοκίες μας.
- Οι φοιτητές διαμαρτύρονται· αντίθετα, το πανεπιστήμιο δηλώνει ότι όλα λειτουργούν κανονικά.