τυχαίοτητα
ουσιαστικόΗ ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία γεγονότα ή αποτελέσματα εμφανίζονται χωρίς προβλεψιμότητα ή σταθερό μοτίβο, καθοριζόμενα από την πιθανότητα ή από απρόβλεπτες συγκυρίες.
Συνώνυμα
σύμπτωση τυχαίο στοχαστικότητα τυχαιότητα συμπτωματικότητα απροσδιοριστία τύχη απρόοπτο απρόβλεπτο πιθανότητα ενδεχόμενο ατύχημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τυχαίοτητα έφερε δύο παλιούς συμμαθητές να συναντηθούν ξανά μετά από δεκαετίες.
- Στα πειράματα, ελέγχουμε την τυχαίοτητα των δειγμάτων για να αποφύγουμε μεροληψία.
- Η τυχαίοτητα ενός λάθους στο λογισμικό προκάλεσε απρόσμενη διακοπή της υπηρεσίας.
- Στην ιστορική ανάλυση, η τυχαίοτητα των γεγονότων είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί.
- Η τυχαίοτητα δεν αρκεί ως εξήγηση για την επιτυχία — χρειάζεται και σκληρή δουλειά.