τυραννία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή μορφή διακυβέρνησης όπου ένας κυβερνήτης ή μια μικρή ομάδα ασκεί απόλυτη, αυταρχική και καταπιεστική εξουσία χωρίς νόμιμους ή δημοκρατικούς περιορισμούς, συχνά συνοδευόμενη από καταπάτηση πολιτικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Συνώνυμα
δεσποτισμός τυραννισμός δεσποτεία δικτατορία απολυταρχία ολοκληρωτισμός αυταρχισμός καταπίεση χούντα πολίτευμα αυθαιρεσία εκμετάλλευση βία κατοχή ζυγός καθεστώς εξουσία κράτος μοναρχία ολιγαρχία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τυραννία ενός δικτάτορα καταπίεζε τα ανθρώπινα δικαιώματα.
- Στην αρχαία Ελλάδα, η τυραννία μερικές φορές αναλάμβανε την εξουσία μετά από πολιτική κρίση.
- Η τυραννία της μόδας επιβάλλει συχνά παράλογες απαιτήσεις στους νέους.
- Η τυραννία του χρόνου δεν μας άφησε να ολοκληρώσουμε το έργο.
- Αντιμετώπιζε την τυραννία της ζήλιας του συντρόφου της.