τρομάζω
ρήμα1. Παθαίνω ξαφνική ή έντονη αίσθηση φόβου ή ανησυχίας, συνήθως ως άμεση αντίδραση σε κάποιο απρόσμενο ή απειλητικό ερέθισμα.
Συνώνυμα
φοβίζω φοβάμαι τρομάζομαι κατατρομάζω φρικάρω τρέμω εκφοβίζω τρομοκρατώ φρικιάζω φρίττω σαστίζομαι παγώνω πανικοβάλλομαι αναστατώνω ανατριχιάζω φοβερίζω σαστίζω αποσβολώνομαι ταράζομαι δειμαίνω συγκλονίζομαι φρίσσω ταράζω αισθάνομαι απειλώ δειλιάζω αποθαρρύνομαι διαταράσσω συγκλονίζω ταράσσω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν τρομάζω, παγώνει το αίμα μου.
- Συχνά τρομάζω τα μικρά παιδιά χωρίς να το θέλω όταν μιμούμαι περίεργους ήχους.
- Κάποιες νύχτες τρομάζω από τους ξαφνικούς θορύβους στο σπίτι.
- Μερικές φορές τρομάζω να μιλήσω μπροστά σε μεγάλο ακροατήριο.
- Σκέφτομαι συνεχώς και τρομάζω μήπως χάσουμε το τρένο.