τεμπελιάζω
ρήμα1. Παρουσιάζω αδράνεια και αποφεύγω συστηματικά ή προσωρινά την εργασία ή κάθε προσπάθεια που απαιτεί κόπο, παραμένοντας χωρίς παραγωγική απασχόληση.
Συνώνυμα
λουφάζω λουφάρω χαζολογώ χασομεράω σαπίζω κωλοβαράω λοφάρω αράζω βαριέμαι χαζεύω χαλαρώνω ξεκουράζομαι κοιμάμαι ξαπλώνω κάθομαι αμελώ αργοπορώ κωλυσιεργώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το Σαββατοκύριακο τεμπελιάζω στον καναπέ και δεν κάνω τίποτα.
- Είχα πολλές εργασίες, αλλά αντί να δουλέψω, τεμπελιάζω όλο το απόγευμα.
- Όταν είμαι κουρασμένος, προτιμώ να τεμπελιάζω και να ξεκουράζομαι.
- Η μητέρα μου παραπονιέται ότι τεμπελιάζω και δεν βοηθάω στο σπίτι.
- Ανησυχώ μήπως τεμπελιάζω πολύ και χάσω ευκαιρίες.