τελείωση
ουσιαστικό1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα του να φέρνει κάτι στο τέλος του, το πέρας μιας διαδικασίας ή εργασίας.
2. Η κατάσταση κατά την οποία ένα έργο ή προϊόν θεωρείται πλήρες και δεν απαιτεί περαιτέρω επεμβάσεις.
Συνώνυμα
ολοκλήρωση περάτωση τελείωμα αποπεράτωση εκπλήρωση πραγματοποίηση επίτευξη πλήρωση συντέλεση λήξη κατάληξη τερματισμός τελειότητα πλήρωμα πέρας εκτέλεση κλείσιμο ξεμπέρδεμα φινάλε
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τελείωση του έργου αναμένεται τον Δεκέμβριο.
- Η επιδίωξη της τελείωσης στην τέχνη απαιτεί χρόνια εξάσκησης.
- Πριν την παράδοση, χρειάζεται η τελείωση όλων των τεχνικών λεπτομερειών.
- Η τελείωση των επιφανειών με βερνίκι βελτιώνει την αντοχή του προϊόντος.
- Η τελείωση του μυστηρίου συγκίνησε τους παρευρισκόμενους.