τέκνο
ουσιαστικό1. Άτομο που προέρχεται βιολογικά ή μέσω υιοθεσίας από έναν ή και τους δύο γονείς, συνήθως νεότερο σε ηλικία σε σχέση με τους γονείς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τέκνο τους κοιμάται στο άλλο δωμάτιο.
- Η πολιτεία φροντίζει κάθε τέκνο, ανεξαρτήτως προέλευσης.
- Κάθε τέκνο του Θεού είναι ευπρόσδεκτο.
- Το μυθιστόρημα αυτό είναι τέκνο της φαντασίας του συγγραφέα.
- Έλα εδώ, τέκνο μου, να σου διηγηθώ μια ιστορία.