σχετίζω
ρήμα1. Δημιουργώ ή επισημαίνω σύνδεση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων, ιδεών, γεγονότων ή αντικειμένων, δείχνοντας πως το ένα έχει σχέση ή επηρεάζει το άλλο.
Συνώνυμα
συνδέω συσχετίζω συσχετίζομαι αντιστοιχώ αντιστοιχίζω αφορώ συναρτώ ταυτίζω ταυτίζομαι εντάσσω συνδέομαι κολλάω αναφέρω παραπέμπω σχετίζομαι συγκρίνω ερμηνεύω συνάπτω συγκλείω δημιουργώ
Αντώνυμα
αποσυνδέω ξεσυνδέω αποσυσχετίζω απομονώνω διαχωρίζω αποσυνδέομαι χωρίζω ξεχωρίζω αποκόπτω κόβω διαχωρίζομαι διακρίνω
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής σχετίζει την ιστορία με την οικονομία για καλύτερη κατανόηση.
- Το πρόβλημα σχετίζεται με την έλλειψη πόρων.
- Δεν σχετίζομαι με ανθρώπους που παρανομούν.
- Δεν σχετίζω την επιτυχία μου αποκλειστικά με την τύχη.
- Η έρευνα σχετίζει το κάπνισμα με αυξημένο κίνδυνο καρδιοπάθειας.