συνδυάζω
ρήμα1. Ενώνω ή τοποθετώ μαζί δύο ή περισσότερα αντικείμενα, ουσίες ή στοιχεία ώστε να σχηματίσουν ένα σύνολο ή να παραχθεί νέο αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
ενώνω συνενώνω συγχωνεύω αναμειγνύω συνθέτω συνδέω ενσωματώνω ανακατεύω ταιριάζω συνταιριάζω παντρεύω δένω συνυφαίνω κουμπώνω συγκεντρώνω συμπλέκω αθροίζω συσχετίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- συνδυάζω φρέσκα μυρωδικά με λεμόνι για πιο έντονη γεύση.
- συνδυάζω το μπλε πουκάμισο με μαύρο παντελόνι στις εξόδους.
- συνδυάζω γνώσεις και εμπειρία για να λύσω πολύπλοκα προβλήματα.
- συνδυάζω τη δουλειά με το μεταπτυχιακό χωρίς να παραμελώ την οικογένεια.
- συνδυάζω διαφορετικά χρώματα για ένα πιο αρμονικό αποτέλεσμα.