συγκλονιστικός
επίθετο1. Που προκαλεί έντονη συναισθηματική αναστάτωση ή βαθιά εντύπωση, συγκινεί ή σοκάρει.
2. Που χαρακτηρίζεται από μεγάλη δραματικότητα ή ένταση, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στον παρατηρητή.
Συνώνυμα
σοκαριστικός συνταρακτικός συγκινητικός σπαρακτικός καθηλωτικός εκπληκτικός καταπληκτικός αποσβολωτικός εντυπωσιακός απίστευτος τρομερός δραματικός εξαίσιος συναρπαστικός μνημειώδης εκθαμβωτικός θεαματικός εκρηκτικός ανεπανάληπτος εξαιρετικός σφοδρός σαγηνευτικός έντονος ανατριχιαστικός ακαταμάχητος μεθυστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παράσταση ήταν συγκλονιστική — με έκανε να κλάψω.
- Η είδηση του ατυχήματος ήταν συγκλονιστική για όλο το χωριό.
- Το ηλιοβασίλεμα πάνω από τα βουνά ήταν συγκλονιστικό.
- Οι ηθοποιοί έδωσαν μια συγκλονιστική ερμηνεία.
- Οι μαρτυρίες των επιζώντων ήταν συγκλονιστικές.