στρατηγός
ουσιαστικό1. Ανώτατος ή υψηλόβαθμος στρατιωτικός αξιωματούχος που διοικεί και οργανώνει στρατιωτικές δυνάμεις, υπεύθυνος για τη στρατηγική, το σχεδιασμό και την εκτέλεση επιχειρήσεων.
Συνώνυμα
γενικός στρατάρχης στρατηλάτης αρχιστράτηγος διοικητής αρχηγός ηγέτης αξιωματικός ταξίαρχος συνταγματάρχης ταγματάρχης αντιστράτηγος υποστράτηγος λοχαγός δεκανέας καπετάνιος πολεμιστής κυβερνήτης ναύαρχος πρωτοστάτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στρατηγός ηγήθηκε των δυνάμεων στο πεδίο της μάχης.
- Η στρατηγός ανέλαβε τα καθήκοντά της χθες.
- Τον αποκάλεσαν στρατηγό της διαπραγματευτικής ομάδας.
- Ο στρατηγός Παπαδόπουλος συνταξιοδοτήθηκε μετά από τριάντα χρόνια υπηρεσίας.
- Σχεδίασε την εκστρατεία σαν αληθινός στρατηγός, προνοώντας κάθε λεπτομέρεια.