στερεότυπος
επίθετο1. Που εκφράζει ή βασίζεται σε γενικεύσεις και προκαταλήψεις, παρουσιάζοντας πρότυπα συμπεριφορών, απόψεων ή χαρακτηριστικών ως απόλυτα και αναμενόμενα.
Συνώνυμα
στερεοτυπικός τυποποιημένος κοινότυπος κλισαρισμένος κοινοτυπικός κλισέ συμβατικός τυπικός χιλιοειπωμένος πεζός τετριμμένος κλασικός προβλέψιμος ρουτινιασμένος συνηθισμένος μονότονος πανομοιότυπος παρωχημένος ξύλινος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το στερεότυπο ότι οι γυναίκες δεν είναι καλές στα μαθηματικά εξακολουθεί να επηρεάζει τις επιλογές σπουδών.
- Ο ρόλος του ήρωα στην ταινία ήταν στερεότυπος και χωρίς εκπλήξεις.
- Στην έρευνα επισημαίνεται πως οι στερεότυπες απαντήσεις μειώνουν τη δημιουργικότητα.
- Πολλοί πολιτικοί χρησιμοποιούν στερεότυπα για να κερδίσουν ψήφους.
- Η κριτική χαρακτήρισε την εκπομπή στερεότυπη όσον αφορά την παρουσίαση των χαρακτήρων.