στενοχωρημένος

επίθετο

Που νιώθει λύπη, βάρος ή δυσφορία εξαιτίας μιας δυσάρεστης κατάστασης ή σκέψης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης είναι στενοχωρημένος επειδή δεν πήγε καλά στις εξετάσεις.
  • Η Μαρία έμεινε στενοχωρημένη μετά την άσχημη είδηση.
  • Μην είσαι στενοχωρημένος· όλα θα πάνε καλύτερα αύριο.
  • Φαινόταν πολύ στενοχωρημένος όταν έφυγαν οι φίλοι του.
  • Είναι φυσικό να νιώθεις στενοχωρημένος σε μια τόσο δύσκολη στιγμή.