στάδιο

ουσιαστικό

1. Κατασκευή με κερκίδες γύρω από πεδίο ή στίβο στο κέντρο, όπου διεξάγονται αθλητικοί αγώνες, συναυλίες ή άλλες εκδηλώσεις και συγκεντρώνονται θεατές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το στάδιο γέμισε θεατές για τον τελικό ποδοσφαιρικό αγώνα.
  • Το έργο βρίσκεται στο τελικό στάδιο της υλοποίησης.
  • Ο καρκίνος διαγνώστηκε σε τρίτο στάδιο.
  • Το παιδί περνάει ένα σημαντικό στάδιο ανάπτυξης.
  • Η αποκατάσταση του μνημείου μπήκε σε νέο στάδιο.
  • Το έντομο περνάει από διάφορα στάδια στον κύκλο ζωής του.