σπουδή

ουσιαστικό

1. Η κατάσταση ή ενέργεια του να ενεργεί κανείς γρήγορα και βιαστικά.

2. Η σοβαρότητα, επιμέλεια και έντονος ζήλος με τον οποίο προσεγγίζει κανείς μια εργασία ή μελέτη.

3. Η προσεκτική και εντατική μελέτη ή εξάσκηση σε ένα αντικείμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έφυγε με σπουδή μόλις άκουσε τα νέα.
  • Με σπουδή και επιμέλεια μελέτησε το υλικό πριν τις εξετάσεις.
  • Δεν πρέπει να παίρνουμε αποφάσεις με σπουδή, αλλά με προσοχή.
  • Η σπουδή του στην αρχαία ρητορική ήταν εμφανής στις διαλέξεις του.
  • Η ανακοίνωση έγινε με σπουδή, ώστε όλοι να ενημερωθούν γρήγορα.