σπιτάκι
ουσιαστικό1. Μικρό κτίσμα ή κατοικία προορισμένη για ανθρώπινη διαμονή, συνήθως με περιορισμένο εσωτερικό χώρο και χαρακτηριστική αίσθηση οικειότητας ή θαλπωρής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
πολυκατοικία έπαυλη παλάτι μέγαρο ουρανοξύστης διαμέρισμα ξενοδοχείο συγκρότημα νοσοκομείο κολέγιο κατάστημα πύργος
Παραδείγματα χρήσης
- Το σπιτάκι στο δάσος είναι καλυμμένο με κισσό.
- Γύρισα στο σπιτάκι μου μετά τη δουλειά.
- Η κόρη μου παίζει με το σπιτάκι της κούκλας.
- Ο παππούς κρέμασε ένα σπιτάκι για τα πουλιά στην αυλή.
- Αγόρασα ζεστή σοκολάτα από ένα μικρό σπιτάκι στη χριστουγεννιάτικη αγορά.