σπαταλώ
ρήμα1. Καταναλώνω ή εξαντλώ πόρους (χρήματα, χρόνο, ενέργεια, υλικά) με τρόπο υπερβολικό ή άσκοπο, χωρίς ανάλογο ωφέλιμο αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
σπαταρώ σπαταλάω σκορπίζω ξοδεύω αναλώνω ξεσπαταλώ κατασπαταλώ διασπαταλώ υπερκαταναλώνω χαλάω καταναλώνω ξεκάνω εξαντλώ καίω χάνω διασκορπίζω περνάω περνώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά σπαταλώ πολύ χρόνο στα κοινωνικά δίκτυα.
- Κάθε μήνα σπαταλώ χρήματα σε πράγματα που τελικά δεν χρειάζομαι.
- Συχνά σπαταλώ ενέργεια σε άσκοπες συζητήσεις.
- Ανησυχώ που σπαταλώ το ταλέντο μου χωρίς εξάσκηση.
- Είναι κρίμα που σπαταλώ τις ευκαιρίες που μου δίνονται.
- Πολύ συχνά σπαταλώ καύσιμα οδηγώντας χωρίς σχέδιο.