σπαρακτικός
επίθετοΠου προκαλεί έντονη ψυχική οδύνη, βαθιά συγκίνηση ή σφοδρή λύπη.
Συνώνυμα
σπαραχτικός συγκλονιστικός οδυνηρός τραγικός συντριπτικός δραματικός συγκινητικός λυπηρός θλιβερός σκληρός φρικτός έντονος καθηλωτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ερμηνεία του ήταν σπαρακτικός και άφησε το κοινό σιωπηλό.
- Το γράμμα της ήταν τόσο σπαρακτικός που κανείς δεν μπόρεσε να το διαβάσει χωρίς να συγκινηθεί.
- Άκουσε ένα σπαρακτικός κλάμα από το διπλανό δωμάτιο.
- Η ταινία είχε ένα σπαρακτικός τέλος που συγκλόνισε όλους τους θεατές.
- Το βλέμμα της, γεμάτο πόνο και αγωνία, ήταν πραγματικά σπαρακτικός.