σπαραγμός

άλλο

Ισχυρή συναισθηματική ή ψυχική ταραχή που εκδηλώνεται με έντονο πόνο, οδύνη ή συγκίνηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο σπαραγμός του παιδιού ακούστηκε σε όλο το δωμάτιο.
  • Η είδηση του χωρισμού προκάλεσε βαθύ σπαραγμό στην οικογένεια.
  • Στο πρόσωπό της φαινόταν ο σπαραγμός για την απώλεια.
  • Το βιβλίο περιγράφει τον σπαραγμό μιας μάνας που χάνει το παιδί της.
  • Οι κραυγές και ο σπαραγμός των τραυματιών συγκλόνισαν τους παρευρισκόμενους.