σκληρά
επίρρημα1. Με τρόπο που εκδηλώνει ή ασκεί σκληρότητα ή μεγάλη δύναμη.
2. Με τρόπο που προκαλεί πόνο, δυσφορία ή αυστηρή μεταχείριση, χωρίς επιείκεια.
3. Με έντονη προσπάθεια και επιμονή στη δραστηριότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δουλεύει σκληρά για να τελειώσει το έργο εγκαίρως.
- Ο αθλητής προπονείται σκληρά κάθε μέρα.
- Τον χτύπησε σκληρά στην αρχή του αγώνα.
- Η διοίκηση επέκρινε το τμήμα σκληρά για τα λάθη του.
- Οι κάτοικοι πλήρωσαν σκληρά τις συνέπειες της πλημμύρας.