σκαρφαλώνω

ρήμα

1. Ανεβαίνω σε ψηλότερο σημείο χρησιμοποιώντας κυρίως τα χέρια και τα πόδια, συχνά σε απότομα ή δύσβατα σημεία (π.χ. δέντρα, βράχους, τοίχους).

2. Προχωρώ ή ανεβαίνω πάνω από εμπόδια με πρόχειρο ή αδέξιο τρόπο, χωρίς σταθερή στήριξη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ σκαρφαλώνω σε ένα ψηλό δέντρο για να μαζέψω μήλα.
  • Εγώ σκαρφαλώνω στη σκάλα για να αλλάξω τη λάμπα στην οροφή.
  • Εγώ σκαρφαλώνω στην οροφή του σπιτιού για να καθαρίσω την καμινάδα.
  • Εγώ σκαρφαλώνω στο κρεβάτι μόλις τελειώσω το διάβασμα.
  • Εγώ σκαρφαλώνω στην ιεραρχία της εταιρείας χάρη στις προαγωγές μου.