σκέφτομαι
ρήμα1. Χρησιμοποιώ τον νου για να παράγω ιδέες, εικόνες ή κρίσεις, επεξεργαζόμενος πληροφορίες και σχέσεις μεταξύ τους.
2. Εξετάζω ή αναλογίζομαι ένα ζήτημα προκειμένου να αποφασίσω, να κρίνω ή να βρω λύση.
Συνώνυμα
νομίζω πιστεύω θεωρώ σκέπτομαι υποθέτω εικάζω συλλογίζομαι αναλογίζομαι στοχάζομαι διαλογίζομαι μελετώ προβληματίζομαι αναρωτιέμαι σχεδιάζω προτίθεμαι σκοπεύω εκτιμώ λογίζομαι διανοούμαι νοώ υποψιάζομαι φαντάζομαι υπολογίζω φιλοσοφώ επινοώ στριφογυρίζω ψάχνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί σκέφτομαι τι πρέπει να κάνω μέσα στην ημέρα.
- Τώρα σκέφτομαι να φύγω νωρίς για να αποφύγω την κίνηση.
- Συχνά σκέφτομαι τη γιαγιά μου και τις συμβουλές της.
- Σκέφτομαι ότι ίσως θα ήταν καλύτερο να περιμένουμε λίγες μέρες.
- Όταν έχω πρόβλημα, σκέφτομαι συνεχώς τις επιλογές μου.
- Πριν αποφασίσω, σκέφτομαι όλα τα υπέρ και τα κατά.