σιχαίνομαι

ρήμα

1. Νιώθω έντονη αίσθηση αποστροφής ή δυσφορίας, συχνά με σωματικές αντιδράσεις (ναυτία, ρίγος), απέναντι σε πρόσωπο, αντικείμενο, πράξη ή κατάσταση, και επιθυμώ να απομακρυνθώ ή να την αποφύγω.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • σιχαίνομαι το χαλασμένο γάλα.
  • Στο σπίτι, σιχαίνομαι τις κατσαρίδες.
  • Τον σιχαίνομαι γιατί με πρόδωσε.
  • σιχαίνομαι την εκμετάλλευση των αδύναμων.
  • Σε σιχαίνομαι όταν συμπεριφέρεσαι χωρίς σεβασμό.