σθένος
ουσιαστικό1. Ικανότητα ή κατάσταση σωματικής δύναμης, ζωτικότητας και αντοχής που επιτρέπει την άσκηση δύναμης ή την αντοχή σε κόπωση.
2. Ψυχική ή ηθική δύναμη και αντοχή, αποφασιστικότητα και τόλμη που βοηθά στην αντιμετώπιση δυσκολιών και δοκιμασιών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Επέδειξε σθένος στην αντιμετώπιση της ασθένειας.
- Το σθένος του στρατού καθόρισε την έκβαση της μάχης.
- Το σθένος των επιχειρημάτων της ήταν αδιάσειστο.
- Με όλο το σθένος της ψυχής του συνέχισε τον αγώνα.
- Η μουσική του έργου αποπνέει μεγάλο σθένος και πάθος.