ρεύμα
ουσιαστικό1. Κίνηση υγρού ή αερίου προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, όπως στο ρεύμα ενός ποταμού ή τα θαλάσσια ρεύματα.
2. Μετακίνηση ηλεκτρικών φορτίων μέσα σε αγωγό ή κύκλωμα εξαιτίας διαφοράς δυναμικού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ρεύμα κόπηκε χθες το βράδυ.
- Ένα ισχυρό ρεύμα στη θάλασσα τραβούσε τους κολυμβητές μακριά.
- Άνοιξε το παράθυρο και μπήκε ένα κρύο ρεύμα.
- Υπάρχει ένα νέο πολιτικό ρεύμα στη νεολαία.
- Το ρεύμα της σκέψης του άλλαξε αφού άκουσε τα νέα.