πυροτέχνημα
ουσιαστικό1. Κατασκευή που αναφλέγεται ή εκρήγνυται ελεγχόμενα για να παράγει έντονα οπτικά (φωτεινά, χρωματιστά), ακουστικά ή καπνικά εφέ στον αέρα ή στον χώρο, χρησιμοποιούμενη κυρίως σε εορτασμούς, θεάματα και τελετές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Άναψαν ένα πυροτέχνημα πάνω από το λιμάνι και ο ουρανός γέμισε χρώματα.
- Στο τέλος της γιορτής εμφανίστηκε ένα εντυπωσιακό πυροτέχνημα που καταχειροκροτήθηκε από το κοινό.
- Η είδηση αποδείχθηκε απλώς ένα πυροτέχνημα δημοσιότητας χωρίς συνέχεια.
- Το καλλιτεχνικό πέρασμα ήταν ένα μικρό πυροτέχνημα δημιουργικότητας μέσα στην παράσταση.
- Η ανακοίνωση χρησίμευσε σαν πυροτέχνημα για να αποσπάσει την προσοχή από τα πραγματικά προβλήματα.