προϊόν
ουσιαστικό1. Αποτέλεσμα διαδικασίας παραγωγής, μεταποίησης ή συνδυασμού στοιχείων, που προκύπτει ως αντικείμενο, αγαθό ή αποτέλεσμα εργασίας.
2. Είδος ή αγαθό προς πώληση ή διάθεση στην αγορά για κατανάλωση ή χρήση.
Συνώνυμα
αποτέλεσμα γινόμενο εμπόρευμα είδος αγαθό παράγωγο καρπός συνέπεια έκβαση παρασκεύασμα δημιουργία κατασκευή δημιούργημα κατασκεύασμα απόρροια παραγωγή αντικείμενο επίτευγμα γόνος συσκευή λογισμικό εφεύρημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αυτό το προϊόν πωλείται σε όλα τα καταστήματα.
- Τα προϊόντα του κήπου είναι φρέσκα και βιολογικά.
- Το προϊόν του 7 επί 8 είναι 56.
- Το έργο αυτό είναι το προϊόν συλλογικής προσπάθειας.
- Η επιτυχία του ήταν προϊόν σκληρής δουλειάς και επιμονής.