προχώρημα
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του προχωρώ: μετακίνηση ή κίνηση προς τα εμπρός, είτε σε φυσικό χώρο είτε σε μεταφορικό επίπεδο.
2. Διαδικασία προόδου ή ανάπτυξης που οδηγεί σε ένα επόμενο στάδιο ή σε βελτίωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το προχώρημα του έργου καθυστέρησε λόγω βροχής.
- Το προχώρημα των στρατευμάτων έγινε στο ξημέρωμα.
- Ένιωθε ικανοποίηση για το προχώρημα στην καριέρα του.
- Το προχώρημα της τεχνολογίας αλλάζει καθημερινά τις ζωές μας.
- Για να υπάρξει πραγματικό προχώρημα, χρειάζονται σαφείς στόχοι και υπομονή.