προφέρω
ρήμα1. Εκφέρω ή αρθρώνω φωνητικά ή λεκτικά στοιχεία, παράγοντας τους ήχους μιας λέξης ή φράσης με τρόπο κατανοητό.
2. Λέγω ή εκφωνώ κάτι φωναχτά, εκφράζω με λόγο μια σκέψη, γνώμη ή δήλωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πώς προφέρεις το όνομά σου;
- Στη διάλεξη ο λέκτορας εξήγησε πώς προφέρεται το δύσκολο ξενικό όνομα.
- Θα προφέρω τις επιφυλάξεις μου στη συνεδρίαση.
- Θέλω να προφέρω συγγνώμη για το λάθος.
- Ο πρόεδρος προφέρει την επίσημη ανακοίνωση.