προσεγγίζω
ρήμα1. Κινούμαι προς κάποιο σημείο, αντικείμενο ή πρόσωπο, μειώνοντας την απόσταση που με χωρίζει από αυτό.
2. Επιχειρώ να έρθω σε επαφή ή να επικοινωνήσω με πρόσωπο, ομάδα ή φορέα, με σκοπό την αλληλεπίδραση ή την επίτευξη επαφής.
Συνώνυμα
πλησιάζω εγγίζω προσβάλλω προσέρχομαι απευθύνομαι αντιμετωπίζω επικοινωνώ καταπιάνομαι συγκλίνω στρέφομαι επιχειρώ φλερτάρω πλησιάζομαι θίγω έρχομαι φτάνω ασχολούμαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Καθώς προσεγγίζω το λιμάνι, βλέπω τα φώτα των πλοίων.
- Στην παρουσίαση, προσεγγίζω το θέμα από ιστορική και σύγχρονη σκοπιά.
- Στους υπολογισμούς, προσεγγίζω την τιμή με αριθμητικές μεθόδους για μεγαλύτερη ακρίβεια.
- Διστάζω, αλλά τελικά προσεγγίζω τη συνάδελφο για να ζητήσω βοήθεια.
- Στη διαπραγμάτευση, προσεγγίζω τον αντίπαλο με ειλικρινή επιχειρήματα και ανοιχτό μυαλό.