προσάπτω

ρήμα

1. Στερεώνω ή προσδένω ένα αντικείμενο πάνω ή δίπλα σε άλλο, ώστε να συσχετισθούν ή να παραμείνουν ενωμένα.

2. Αποδίδω σε κάποιον ή κάτι μια ιδιότητα, πράξη, ευθύνη ή κατηγορία, θεωρώντας τον ως φορέα ή υπεύθυνο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Του προσάπτω την πλήρη ευθύνη για το ατύχημα.
  • Οι εισαγγελικές αρχές του προσάπτουν κατηγορίες για υπεξαίρεση.
  • Μην μου προσάπτεις πράγματα που δεν έγιναν.
  • Συχνά του προσάπτεται η κατηγορία της αδιαφορίας, άδικα όμως.
  • Στην αίτηση προσάπτω όλα τα απαραίτητα έγγραφα ως συνημμένα.